Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα των νέων. Γλώσσα και Επιστήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γλώσσα των νέων. Γλώσσα και Επιστήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Μου την είπε, σου την είπε, του την είπε… μα τί είπε;

Γλώσσα των νέων: πλούτος ή απειλή για τη Νέα Ελληνική;

Φωνές επαγρύπνησης, έντονου προβληματισμού και διαμαρτυρίας κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της Ελληνικής γλώσσας… και τα μάτια όλων στρέφονται στο «μέλλον» της χώρας, στους νέους της, οι οποίοι κατηγορούνται ότι φθείρουν τη γλώσσα που τους κληροδοτήθηκε και που έχει μακραίωνη παράδοση. Στην καθημερινή τους επικοινωνία χρησιμοποιούν ένα αρκετά περιορισμένο λεξιλόγιο, που περιορίζεται στις 150 λέξεις, ενώ αλόγιστα εμπλουτίζεται από δάνειες λέξεις, κυρίως από την Αγγλική. Παραμορφώνουν τη δομή της Ελληνικής γλώσσας, αλλάζοντας τη σύνταξη ή τη διάθεση των ρημάτων (μας την πέσανε, δε λέει, σπάστηκα), τη σειρά ή τον αριθμό των συλλαβών ή των φθόγγων (λόστρε=τρελός, τσοι=μπάτσοι). Αναστατώνουν τον παραγωγικό μηχανισμό (αργότερα=αργοτερότερα, γάτα=γατόνι), αλλάζουν τις σημασίες των λέξεων (στόκος=χαζός), ενώ ανατρέπουν τη διάκριση ‘μιλώ-χυδαιολογώ’ σε φιλικές (μεταξύ τους) προσφωνήσεις ή σε επιτατικές φράσεις (ρε μαλάκα, και γαμώ τα γέλια= έγινε πολύ γέλιο, χέστηκα!= αδιαφορώ). Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Μπορούν οι νέοι να ενοχοποιηθούν για την όποια ‘φθορά’ της Ελληνικής Γλώσσας; Η γλώσσα που μιλούν είναι όντως ‘γλώσσα’; Μπορούμε δηλαδή να μιλάμε για μια Ελληνική των νέων; Αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιούν στον γραπτό τους λόγο και σε όλες τις περιστάσεις επικοινωνίας;


Σύμφωνα με τον γλωσσολόγο Γιάννη Ανδρουτσόπουλο, ο οποίος έχει ασχοληθεί ενδελεχώς με τη γλώσσα των νέων, ο όρος ‘γλώσσα των νέων’ δηλώνει το σύνολο των γλωσσικών φαινομένων που χαρακτηρίζουν την επικοινωνία των νέων μεταξύ τους. Ουσιαστικά δεν πρόκειται για μια ιδιαίτερη ποικιλία της Ελληνικής, δεν είναι δηλαδή μια ‘γλώσσα’, καθώς δεν αποτελεί ένα αυτοτελές γλωσσικό σύστημα. Είναι μια ‘κοινωνιόλεκτος’, δηλαδή ένας τρόπος ομιλίας με λεξιλογικά, πραγματολογικά και δομικά χαρακτηριστικά, ο οποίος χρησιμοποιείται υπό ορισμένες συνθήκες επικοινωνίας και είναι μέρος της γλωσσικής συνείδησης της κοινότητας των νέων. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο γλωσσολόγος Γιάννης Βελούδης, ο χαρακτήρας της ‘γλώσσας των νέων’ είναι συνθηματικός και λειτουργεί ως γλωσσική ταυτότητα και παράγοντας αλληλεγγύης. Η κοινωνική βάση της γλώσσας των νέων είναι η ‘παρέα’, το δίκτυο των συνομηλίκων και η συμμετοχή σε μία νεανική κουλτούρα, με επίκεντρο την καλλιτεχνική έκφραση και τη διαμόρφωση του ελεύθερου χρόνου. Δεν υπάρχει λοιπόν, όπως σημειώνει ο Ανδρουτσόπουλος, μια ενιαία γλώσσα των νέων, αλλά ένα σύνολο από επιμέρους τρόπους ομιλίας με κοινές τάσεις διαμόρφωσης και κοινά γλωσσικά στοιχεία.

Σύμφωνα με τον ίδιο μελετητή, οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί μια νεανική γλώσσα είναι α) η κοινωνικά θεσμοποιημένη κατηγορία της νεότητας και β) κάποια μορφή νεανικής κουλτούρας και ‘αυτόνομης’ νεανικής επικοινωνίας. Οι περισσότερες έρευνες περιορίζουν την κατηγορία της νεότητας στην εφηβική ηλικία (12-18 ετών), ενώ άλλες συμπεριλαμβάνουν και τη μετεφηβική ηλικία (έως 25 ή 30 ετών). Ιστορικά, μορφές νεανικής γλώσσας υπήρχαν ήδη σε προηγούμενους αιώνες. Ωστόσο η γλώσσα των νέων έγινε μαζικό φαινόμενο από τα μεταπολεμικά χρόνια και ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αυτό ανάγεται στην αυξανόμενη οικονομική και πολιτισμική ανεξαρτησία των νέων στις σύγχρονες κοινωνίες, αλλά και στην κοινή επιρροή από νεανικές κουλτούρες αγγλοαμερικανικής προέλευσης.

Το νεανικό λεξιλόγιο περιλαμβάνει εκφράσεις που δεν έχουν αντίστοιχο στην κοινή γλώσσα. Σε γενικές γραμμές βρίσκουμε άφθονες λέξεις και εκφράσεις που έχουν να κάνουν με τα αντικείμενα ενδιαφέροντος της νεανικής κουλτούρας και με βιωματικές-κοινωνικές εμπειρίες σημαντικές για τους νέους: μόδα, διασκέδαση, μουσική, σεξουαλικότητα, αλκοόλ, σχολείο, κ.λπ. Ένα σημαντικό μέρος του λεξιλογίου των νέων αφορά χαρακτηρισμούς προσώπων και κοινωνικές τυποποιήσεις, σε σχέση με την εμφάνιση, την ευφυΐα, το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, τα ενδιαφέροντα και τα ρεύματα της νεανικής κουλτούρας (λαπάς= μαλθακός, ψάρι= εύπιστος, φόλα= άσχημη). Ένα άλλο τμήμα του λεξιλογίου αναφέρεται σε ψυχολογικές καταστάσεις, επιθυμίες, προτιμήσεις, απέχθειες, τη λεγόμενη ‘εγωκεντρική αναφορά’ (νταουνιάζομαι= καταθλίβομαι, τρώω πακέτο= αποτυγχάνω), ενώ πολυάριθμες είναι οι επιτατικές εκφράσεις (με τα όλα, με τρέλα, και γαμώ), καθώς και οι αξιολογικές, που δηλώνουν μια ιδιαίτερη στάση (οικειότητα, αξιολόγηση, ειρωνεία) απέναντι σε ένα γνωστό αντικείμενο αναφοράς (τζάμι, αστέρι, ψώνιο, αφασία). Η νεανική επικοινωνία χρησιμοποιεί πολυάριθμες στερεότυπες εκφράσεις για την οργάνωση του διαλόγου, όπως χαιρετισμούς (έλα ρε, τσα γεια), προσφωνήσεις (ρε μεγάλε), φιλικές υβριστικές προσφωνήσεις (ρε μαλάκα), εκφράσεις συμφωνίας (μέσα είσαι!), άρνησης (ούτε με σφαίρες!), επιδοκιμασίας (φοβερό!, έγραψε!), έναρξης μιας αφήγησης (άκου φάση!).

Σε πρόσφατη έρευνα μεταπτυχιακών φοιτητών της Εφαρμοσμένης Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (2005) παρατηρήθηκε ότι η δημιουργικότητα και η πρωτοτυπία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της γλώσσας των νέων. Το νεανικό λεξιλόγιο εμπλουτίζεται μέσα από την αξιοποίηση των παραγωγικών μηχανισμών της Νέας Ελληνικής, της παραγωγής και της σύνθεσης (-ας: παράκμας< παρακμιακός, -άτος: χλιδάτος< χλιδή, γαμάτος< γαμώ – καρά-: καρακατίνα, ψιλό-: ψιλοξενέρωτος, ψιλοπανικάουα), ενώ χαρακτηρίζεται από έντονη πλαστικότητα, με αποτέλεσμα ένα πλήθος νεολογισμών (μπαλότσα, φλόμπα= άσχημη γυναίκα, χλίδα= πολυτέλεια, σκάω μύτη= εμφανίζομαι). Η δημιουργία και ανανέωση του νεανικού λεξιλογίου, σύμφωνα με τον Ανδρουτσόπουλο, γίνεται με τέσσερις βασικούς τρόπους: α) με αλλαγή σημασίας (κόκκαλο= μεθυσμένος, καρφί= προδότης), β) με δανεισμό, κατά κύριο λόγο από τα αγγλικά (χάι= κεφάτος, φτιαγμένος, κούλ, τα σιντιά), γ) με επιλογές προτύπων σχηματισμού λέξεων και δ) με τροποποίηση λέξεων χωρίς αλλαγή της βασικής τους σημασίας, είτε με επιθήματα (τσιγάρο>τσιγαριά), είτε με σύντμηση (ματσωμένος>ματσό, ντέλο= μοντέλο), είτε με μετάθεση φθόγγων ή συλλαβών, τα λεγόμενα ‘ποδανά’ (μεναγκό= γκόμενα). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αλλαγή σημασίας μαζί με αλλαγή της σύνταξης του ρήματος: παρατηρούμε νέα απρόσωπα ρήματα (τί παίζει;), νέα αμετάβατα και μεταβατικά ρήματα (με κλάνεις= με περιφρονείς, την έκραξε= την κατέκρινε), αλλά και ρηματικές φράσεις με την προσθήκη μιας αντωνυμίας σε αιτιατική και ταυτόχρονη αλλαγή σημασίας (μου την είπε= με κατέκρινε, δεν την παλεύει= έχει χάσει τα λογικά του, τα είδα όλα= ξαφνιάστηκα) ή και ποικίλους ρηματικούς σχηματισμούς, όπως πουλάω μούρη, μένω στην απ’ έξω, κόβω κίνηση.

Έχει διαπιστωθεί ότι οι νέοι ομιλητές χρησιμοποιούν στοιχεία μη πρότυπης γλώσσας συχνότερα απ’ ό,τι ενήλικοι ομιλητές. Η διαφορά αυτή ερμηνεύεται είτε ως ένδειξη γλωσσικής αλλαγής, όταν καινοτομικά φαινόμενα εμφανίζονται συχνότερα στην ομιλία των νέων, είτε ως φαινόμενο ‘ηλικιακής διαβάθμισης’, όταν στιγματισμένα φαινόμενα είναι συχνότερα στη νεότητα απ’ ό,τι στην ενήλικη ζωή.

Γιατί οι νέοι όμως αναπτύσσουν δικούς τους τρόπους έκφρασης; Στην ερώτηση αυτή ο Ανδρουτσόπουλος αναφέρει τρεις λόγους. Κοινωνιολογικά, κάθε ηλικία έχει ιδιαίτερα γλωσσικά χαρακτηριστικά που συναρτώνται με τυπικές συνθήκες επικοινωνίας. Τα κοινωνικά δίκτυα των νέων είναι στενότερα από αυτά των ενηλίκων, γεγονός που εντείνει την πίεση γλωσσικής συμμόρφωσης με την παρέα. Ακόμη, οι συμβάσεις γλωσσικής ευγένειας και απόστασης που απαιτούνται στην ενήλικη ζωή δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη πλήρως κατά την εφηβεία. Έτσι εξηγείται το ότι η συχνότητα μη πρότυπης γλώσσας είναι μεγαλύτερη στη νεότητα από ό,τι στην ενήλικη ζωή. Ψυχολογικά, κατά τη νεανική ηλικία διαμορφώνεται η προσωπική και κοινωνική ταυτότητα. Η απόρριψη κατεστημένων τρόπων συμπεριφοράς και ο πειραματισμός με εναλλακτικά μοντέλα, τάσεις που γενικότερα χαρακτηρίζουν την εφηβεία, εκφράζονται και γλωσσικά. Με την ιδιαίτερη γλώσσα τους, οι νέοι συμβολίζουν ότι ανήκουν σε μια ηλικία με δικά της ενδιαφέροντα και αξίες, που διαφέρει τόσο από τα παιδικά όσο και από τα ενήλικα χρόνια. Επικοινωνιακά, λειτουργίες της γλώσσας όπως η εκφραστικότητα, η πρωτοτυπία και το γλωσσικό παιχνίδι ίσως είναι ισχυρότερες στη νεανική ηλικία απ’ ό,τι στη μετέπειτα ζωή.

Η γλώσσα των νέων λοιπόν αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και αξιολόγησης σε ποικίλους κοινωνικούς κύκλους. Οι ενήλικες συνήθως την επικρίνουν και τείνουν να διορθώνουν, τονίζοντας την ‘ορθή’ χρήση. Γονείς και δάσκαλοι αντιδρούν ιδιαίτερα αρνητικά απέναντι στο υβριστικό λεξιλόγιο, μη λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει συγκεκριμένες διαπροσωπικές και αξιολογικές λειτουργίες και ότι μειώνεται με την είσοδο στην ενήλικη ζωή. Στα μέσα ενημέρωσης, η στάση απέναντι στη νεανική γλώσσα κυμαίνεται ανάμεσα στην αποδοχή (‘γλωσσική δημιουργικότητα’) και τον στιγματισμό (‘γλωσσική πενία’). Οι νέοι πάλι προσάπτουν μόνο θετικές αξίες θεωρώντας την ως μια ‘πράξη ταυτότητας’. Ίσως υπό αυτή την ψύχραιμη οπτική πρέπει όλοι μας να δούμε τη γλωσσική συμπεριφορά των νέων, αποφεύγοντας έτσι μονοπάτια κινδυνολογίας και συνεχών απειλών. Μια ενδελεχής έρευνα πάνω στη γλώσσα των νέων, πέρα από την απλή γλωσσολογική περιγραφή, αποκαλύπτει την δημιουργικότητα και την πρωτοτυπία στην έκφραση και τη χρήση, αλλά και μια έντονη τάση προσδιορισμού και δήλωσης της νεανικής ταυτότητας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

- Ανδρουτσόπουλος, Γ. (1997). Η γλώσσα των νέων σε συγκριτική προοπτική: Ελληνικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά. Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα. Πρακτικά 17ης Ετήσιας Συνάντησης του Τομέα Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (22-24/4/1996), σ. 562-576.
- Ανδρουτσόπουλος, Γ. (2001). Γλώσσα των νέων. Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός για τη Γλώσσα (επιμ. Α.-Φ. Χριστίδης, σε συνεργασία με Μ. Θεοδωροπούλου). Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, σ. 108-113.
- Βελούδης, Γ. (2001). Μύθος 7ος: οι νέοι. Άνισες εξισώσεις: η γλώσσα των νέων. Στο: Δέκα Μύθοι για την Ελληνική Γλώσσα (επιμ. Χάρης Γ.). Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.
- Γκίνη, Α., Ιωσηφέλλη, Ι., Ξεφτέρη, Μ., Χριστοπούλου, Α., Nikolaenkova, Ο., Θεμιστοκλέους, Χ., Παπαγεωργίου, Γ. (2005). Λεξικογραμματικές πτυχές της γλώσσας των νέων: μελέτη βασισμένη σε ηλεκτρονικά σώματα κειμένων (υπό δημοσίευση). Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου «Η γλώσσα σε έναν κόσμο που αλλάζει», Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, (9-11/12/2005).
- Iordanidou, A. & Androutsopoulos, I. (1997). Teenage slang in Modern Greek. Στο: Drachman, G. et al (eds.), Greek Linguistics 95, Vol. 1, Graz: Neugebauer, 267-276.

Καθημερινός & επιστημονικός λόγος για τη γλώσσα

πηγή


Δήμητρα Κατή www.abnet.agrino.org/htmls/M/M006.htm

Με αφορμή ορισμένες πρόσφατες εκδόσεις, θα σταθώ στο γιατί οι δραστηριότητες μιας μεγάλης και αξιόλογης γλωσσολογικής κοινότητας στη χώρα μας παραμένουν αφανείς. Αντιπροσωπευτικό δείγμα τους είναι η από εικοσαετίας ετήσια έκδοση με τίτλο |Μελέτες για την Ελληνική Γλώσσα|, προϊόν μιας συνάντησης ερευνητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η εξειδικευμένη ορολογία που καθιστά δύσβατα τα επιστημονικά κείμενα -ιδίως δε η μαθηματική τυποποίηση που χαρακτηρίζει έναν ηγεμονικό πυρήνα της γλωσσολογίας- όπως και η μερική δημοσίευσή τους σε ξενόγλωσσα έντυπα δεν αρκούν για να εξηγήσουν το φαινόμενο. Η γλωσσολογική κοινότητα θα μπορούσε να είναι γνωστή και μόνο γιατί ασχολείται στην πλειοψηφία της με όψεις της ελληνικότητας -στη συγκεκριμένη περίπτωση με τη θεωρητική περιγραφή της ελληνικής γλώσσας- όπως συμβαίνει με την επίσης ανθηρή κοινότητα μελετητών της ελληνικής ιστορίας.

Κυκλοφορούν πάντως και έργα πιο προσιτά από άποψη ορολογίας και ύφους και, το κυριότερο, άμεσου ενδιαφέροντος για ζητήματα που απασχολούν καθημερινά, όπως οι εκδόσεις του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας. Σε αυτές συγκαταλέγεται το μείζονος σημασίας -και για τη διεθνή επιστημονική κοινότητα και για τη γλωσσική πολιτική της Ευρωπαϊκής Eνωσης- δίτομο και δίγλωσσο έργο με τίτλο ["Ισχυρές" και "ασθενείς" γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Eνωση: όψεις του γλωσσικού ηγεμονισμού], που επιμελήθηκε ο Α.Φ. Χριστίδης. Το ότι πέρασε απαρατήρητο είναι εντυπωσιακό, τη στιγμή που εκφράζονται φόβοι για την περιθωριοποίηση της ελληνικής και άλλων λιγότερο ομιλούμενων γλωσσών.

Σε μια χώρα όπου το γλωσσικό ζήτημα αποτέλεσε κομβικό αντικείμενο κοινωνικής διαμάχης, το ευρύ κοινό -συμπεριλαμβανομένων των κρίσιμων ομάδων, που είναι οι εκπαιδευτικοί και οι δημοσιογράφοι- δεν ανατρέχει στις επιστήμες της γλώσσας για να κατανοήσει διάφορα ζητήματα, διατηρώντας μάλιστα αφελείς αντιλήψεις γι' αυτές. Ακόμη και πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αναφέρονται στους γλωσσολόγους ως κατεξοχήν γνώστες τού τι είναι "γλωσσικά σωστό". Κι ας υπογραμμίζεται σε όλα τα εισαγωγικά βιβλία ότι η γλωσσολογία δεν είναι ρυθμιστική επιστήμη. Αντιθέτως, περιγράφει και εξηγεί τις γλωσσικές χρήσεις, σε ορισμένα μάλιστα πεδία της την ποικιλία των χρήσεων και τα ιδεολογικοπολιτικά αίτια της προκατειλημμένης αξιολόγησης ορισμένων χρήσεων (ιδιωμάτων, διαλέκτων κ.λπ.) ως "ορθότερες" ή "ανώτερες". Η αναφορά στη γλωσσολογική κοινότητα περιορίζεται σε γνωστό γλωσσολόγο, του οποίου το όνομα απουσιάζει μάλιστα συνήθως από τις επιστημονικές συναντήσεις του κλάδου.

Ο επιστημονικός λόγος δεν αποτελεί σημείο αναφοράς για τον καθημερινό λόγο περί γλώσσας, μεταξύ άλλων γιατί η κυρίως γλωσσολογία αποστασιοποιείται από ζητήματα γλωσσικής χρήσης και γενικότερα ηθικής και πολιτικής, παραχωρώντας τα με ίχνη περιφρόνησης σε διεπιστημονικούς κλάδους όπως η κοινωνική και εκπαιδευτική γλωσσολογία. Το γεγονός σχετίζεται ωστόσο -όπως επισημαίνεται συχνά- και με το ότι ισχυρές καθημερινές μυθολογίες δεν έχουν ίχνος εγκυρότητας στον επιστημονικό λόγο. Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τη χώρα μας. Οι αντιλήψεις ωστόσο για το ρόλο των γλωσσολόγων και κυρίως οι γλωσσικές μυθολογίες, οι ιδεολογικο-πολιτικές σκοπιμότητές τους και ο βαθμός αντιπαράθεσης σε αυτές δεν είναι πάντα ταυτόσημες. Αρκεί να αναφέρω ότι κινδυνολογίες για την κατάπτωση της γλώσσας και την αγλωσσία ορισμένων κοινωνικών ομάδων παρατηρούνται και στις αγγλόφωνες κοινωνίες. Το αίτημα ωστόσο για επιστροφή της γραμματικής στην εκπαίδευση της θατσερικής Βρετανίας μπορεί να παραλληλιστεί μόνο εν μέρει με το δικό μας για επιστροφή των αρχαίων. Δικαιολογήθηκε όπως και στη δική μας περίπτωση ως ανάγκη επιστροφής στην εθνική παράδοση αλλά επιπλέον στο νόμο και την τάξη. Υποστηρίχτηκε, όπως και σε μας, όχι μόνο από συντηρητικές ομάδες αλλά και λίγους αριστερούς διανοούμενους. Αντικρούστηκε ωστόσο σθεναρά κυρίως από εκπαιδευτικούς και θεωρήθηκε επιστημονικά αστήριχτη, ακόμη και από την επιτροπή που η συντηρητική κυβέρνηση συγκρότησε για να εκτελέσει την πολιτική της.

Στη χώρα μας οι γλωσσικές μυθολογίες αποκτούν βαρύτητα όχι μόνο γιατί εκφράζονται από σημαντικά δημόσια πρόσωπα (όλων των πολιτικών αποχρώσεων) και δεν τίθενται συνήθως υπό συζήτηση, αλλά κυρίως γιατί διακυβεύονται κρίσιμα ζητήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Η αναφορά του Προέδρου της Δημοκρατίας στην κακοποίηση της ελληνικής και η οξύμωρη έκφραση "διαχρονικότητα της ελληνικής δημοτικής γλώσσας" από το Μίκη Θεοδωράκη σε πρόσφατη ομιλία του δεν σχολιάστηκαν καν. Μόλις πριν από ένα μήνα ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος είδε την επερχόμενη "απαλοιφή" της ελληνικής στα νεανικά ιδιώματα, αλλά ακόμη και η |Αυγή| είχε κάποτε εκφράσει ίδια άποψη σε άρθρο για την αγλωσσία των νέων με τον τίτλο "Μια γλώσσα πενήντα λέξεων για να τη βρίσκουμε με τους κολλητούς".

Πόσοι γνωρίζουν άραγε ότι η ιστορική και η κοινωνική γλωσσολογία εκλαμβάνουν τα φαινόμενα γλωσσικής αλλαγής και ποικιλίας, όπως τα κοινωνικά ιδιώματα και τα ξένα δάνεια, ως απολύτως φυσικά, συχνά ως ένδειξη αναζωογόνησης μιας γλώσσας, και την αρνητική αξιολόγηση ορισμένων γλωσσικών ποικιλιών ως συνηθισμένη προκατάληψη. Και πόσοι γνωρίζουν πιο συγκεκριμένα το ερευνητικό έργο για τα νεανικά ιδιώματα της ελληνικής, που συντελείται κυρίως στα Πανεπιστήμια της Πάτρας και της Χαϊδελβέργης; Συμπεριλαμβάνει ένα πλούσιο αρχείο λέξεων και εκφράσεων και μαρτυρά συνεπώς την ικανότητα αναδημιουργίας και εμπλουτισμού της γλώσσας που διαθέτουν οι νέοι, όπως όλοι άλλωστε οι ομιλητές. Συνήθως μάλιστα οι νεανικοί νεολογισμοί χρησιμοποιούν παραδοσιακά ελληνικές ρίζες (π.χ. "φατσοκόφτης", αυτός που ελέγχει την είσοδο σε κέντρα διασκέδασης) και τα ξένα δάνεια ενσωματώνονται (π.χ. "κουλάρω").

Η θέση μας για τα νεανικά ιδιώματα (όπως και για άλλα γλωσσικά φαινόμενα) έχει συνέπειες για τη διδασκαλία της γλώσσας στην εκπαίδευση. Oσοι εκλαμβάνουν το δανεισμό της αγγλικής ρίζας "κουλ" στο παραπάνω ρήμα ως πρόβλημα, προτείνουν τη θεραπεία μιας ένεσης αρχαιότερων μορφών της γλώσσας. Μια τέτοια τακτική δεν αποτελεί απλώς καταφυγή σε πρακτικές που ελάχιστα μπορεί να επηρεάσουν τη σύγχρονη χρήση της γλώσσας, καταναλώνουν πολύτιμο χρόνο του αναλυτικού προγράμματος και εξυπηρετούν συντηρητικές ιδεολογικές σκοπιμότητες. Αποτελεί πάνω απ' όλα σοβαρή παραπλάνηση ως προς το ποια είναι τα κρίσιμα ζητήματα. Το πρόβλημα με τη χρήση της ελληνικής από νέους και άλλες κοινωνικές ομάδες δεν εντοπίζεται στις αποκλίνουσες από τη νόρμα εκφράσεις -απόδειξη άλλωστε του πλούτου της γλώσσας και της ζωντάνιας των ομιλητών της. Εντοπίζεται στο ότι δεν μπορούν να τη χειριστούν σε γραπτές και προφορικές της μορφές που δεν συνηθίζονται στην καθημερινή ζωή, αλλά είναι αναγκαίες για πρόσβαση στη γνώση και την εξουσία.

Την ευθύνη έχει φυσικά το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο ενθαρρύνει την παθητική ανάγνωση και αναπαραγωγή κειμένων, όπως φαίνεται μεταξύ άλλων στην αφθονία των ασκήσεων αντιγραφής στο δημοτικό, στη λέξη προς λέξη απομνημόνευση της εξεταστικής ύλης στο πανεπιστήμιο και στην απουσία ακόμη και απλών δραστηριοτήτων κριτικής ανάγνωσης, όπως η συζήτηση κειμένων, η περίληψή τους, ακόμη και η υπογράμμιση των κυριότερων σημείων τους. Διδάσκει επίσης λίγα μόνο είδη λόγου, παραλείποντας ακόμη και συνηθισμένες σε άλλα εκπαιδευτικά συστήματα δραστηριότητες, όπως η ανάγνωση αυτοτελών λογοτεχνικών βιβλίων και η γραφή εργασιών. Ενώ περισσεύουν οι καταγγελίες περί λεξιπενίας, σπανίως ακούγονται φωνές ενάντια στο απαρχαιωμένο αυτό σύστημα, που εξακολουθεί κυρίως μέσω του γλωσσικού μαθήματος να παράγει πολίτες χωρίς ευρύ φάσμα δεξιοτήτων χρήσης του λόγου, στην ουσία χωρίς δυνατότητες κριτικής σκέψης και κοινωνικής παρέμβασης.
*η Δήμητρα Κατή είναι ψυχογλωσσολόγος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών