πηγή http://www.politikokafeneio.com/pedia/epoxi050405.htm
Νιτσοπούλου Α.
Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε όσοι ανήκουμε σε μια γλωσσική κοινότητα δεν είναι ομοιογενής. Έτσι διακρίνουμε γλωσσικές ποικιλίες που οφείλονται σε γεωγραφικά και κοινωνικά κριτήρια. Μια γλωσσική ποικιλία, που ορίζεται με κοινωνικά κριτήρια, είναι η επίσημη διάλεκτος. Είναι η γλωσσική διάλεκτος που χρησιμοποιείται και διδάσκεται μέσα στη σχολική τάξη. Οι μαθητές, ανάλογα με την κοινωνική τους προέλευση, δεν μπορούν να προσαρμοστούν όλοι το ίδιο εύκολα στη γλωσσική νόρμα του σχολείου. Όσοι προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα κατά την προσαρμογή τους σ’ αυτή, από όσους προέρχονται από προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Αντίθετα, έξω από τη σχολική τάξη, όλοι οι μαθητές, όταν βρεθούν σε οικείο και φιλικό περιβάλλον, όπου δεν επιβάλλονται γλωσσικοί κανόνες και εμπόδια, μπορούν και εκφράζονται ελεύθερα και με περίσσεια λόγου. Στην ανακοίνωση αυτή γίνεται μια σύντομη αναφορά στην ανάλυση και ερμηνεία των ευρημάτων έρευνας, που έγινε για τη συγγραφή διδακτορικής διατριβής με θέμα: “Η παραγωγή του λόγου των μαθητών μέσα και έξω από τη σχολική τάξη”. Στην έρευνα πήραν μέρος 120 μαθητές από 10 σχολεία της Αθήνας. Μαγνητοφωνήθηκε ο λόγος των μαθητών μέσα στη σχολική τάξη, στη διάρκεια μαθημάτων, και αντίστοιχα ο λόγος τους έξω από τη σχολική τάξη σε ιδιαίτερες μεταξύ τους συζητήσεις.
Στην ανακοίνωση αυτή γίνεται μια σύντομη αναφορά στην ανάλυση και ερμηνεία των ευρημάτων μιας έρευνας που έγινε με σκοπό τη σύγκριση του λόγου που αρθρώνουν οι μαθητές μέσα στη σχολική τάξη και του λόγου που αρθρώνουν έξω από αυτή. Η σύγκριση αυτή γίνεται σε σχέση με την κοινωνική προέλευση των μαθητών. Δηλαδή συγκρίνεται ο λόγος των μαθητών που προέρχονται από προνομιούχα και μη προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, μέσα στη σχολική τάξη, κατά τη διάρκεια του μαθήματος και έξω από τη σχολική τάξη, σε ιδιαίτερες μεταξύ τους συζητήσεις. Η έρευνα έγινε σε 10 σχολεία της Αθήνας και πήραν μέρος συνολικά 120 μαθητές της τρίτης Γυμνασίου.
Θα αναφερθώ κατ’ αρχήν με συντομία στο θεωρητικό υπόβαθρο, στο οποίο βασίζεται η ανάλυση και η ερμηνεία των ευρημάτων της έρευνας, και αμέσως μετά θα αναφερθούν μερικά παραδείγματα και κάποια σύντομα συμπεράσματα. Πολλοί εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν ότι η σχολική αποτυχία είναι κυρίως γλωσσική αποτυχία και γι’ αυτό στρέφονται στη Γλωσσολογική επιστήμη για να εξερευνήσουν το πρόβλημα.
Η γλώσσα είναι ένα κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός και ο καθένας από μας έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, καθώς μαθαίνουμε να ζούμε, σαν μέλη μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας.
Η γλώσσα που μιλάμε, όσοι ανήκουμε σε μια γλωσσική κοινότητα, δεν είναι ομοιογενής. Αυτό είναι φανερό και από την εμπειρική έρευνα. Ο καθένας από μας μπορεί να αναγνωρίσει ότι υπάρχουν διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα και διάλεκτοι.
Γενικά οι γλωσσικές διάλεκτοι ορίζονται από γεωγραφικά και κοινωνικά κριτήρια. Οι γεωγραφικές γλωσσικές διάλεκτοι οφείλονται στα γεωγραφικά εμπόδια που χωρίζουν τις περιοχές μεταξύ τους, καθώς και στη γεωγραφική απόσταση που χωρίζει τους ανθρώπους και δυσκολεύει τη δυνατότητα επικοινωνίας τους.
Νιτσοπούλου Α.
Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε όσοι ανήκουμε σε μια γλωσσική κοινότητα δεν είναι ομοιογενής. Έτσι διακρίνουμε γλωσσικές ποικιλίες που οφείλονται σε γεωγραφικά και κοινωνικά κριτήρια. Μια γλωσσική ποικιλία, που ορίζεται με κοινωνικά κριτήρια, είναι η επίσημη διάλεκτος. Είναι η γλωσσική διάλεκτος που χρησιμοποιείται και διδάσκεται μέσα στη σχολική τάξη. Οι μαθητές, ανάλογα με την κοινωνική τους προέλευση, δεν μπορούν να προσαρμοστούν όλοι το ίδιο εύκολα στη γλωσσική νόρμα του σχολείου. Όσοι προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα αντιμετωπίζουν περισσότερα προβλήματα κατά την προσαρμογή τους σ’ αυτή, από όσους προέρχονται από προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Αντίθετα, έξω από τη σχολική τάξη, όλοι οι μαθητές, όταν βρεθούν σε οικείο και φιλικό περιβάλλον, όπου δεν επιβάλλονται γλωσσικοί κανόνες και εμπόδια, μπορούν και εκφράζονται ελεύθερα και με περίσσεια λόγου. Στην ανακοίνωση αυτή γίνεται μια σύντομη αναφορά στην ανάλυση και ερμηνεία των ευρημάτων έρευνας, που έγινε για τη συγγραφή διδακτορικής διατριβής με θέμα: “Η παραγωγή του λόγου των μαθητών μέσα και έξω από τη σχολική τάξη”. Στην έρευνα πήραν μέρος 120 μαθητές από 10 σχολεία της Αθήνας. Μαγνητοφωνήθηκε ο λόγος των μαθητών μέσα στη σχολική τάξη, στη διάρκεια μαθημάτων, και αντίστοιχα ο λόγος τους έξω από τη σχολική τάξη σε ιδιαίτερες μεταξύ τους συζητήσεις.
Στην ανακοίνωση αυτή γίνεται μια σύντομη αναφορά στην ανάλυση και ερμηνεία των ευρημάτων μιας έρευνας που έγινε με σκοπό τη σύγκριση του λόγου που αρθρώνουν οι μαθητές μέσα στη σχολική τάξη και του λόγου που αρθρώνουν έξω από αυτή. Η σύγκριση αυτή γίνεται σε σχέση με την κοινωνική προέλευση των μαθητών. Δηλαδή συγκρίνεται ο λόγος των μαθητών που προέρχονται από προνομιούχα και μη προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, μέσα στη σχολική τάξη, κατά τη διάρκεια του μαθήματος και έξω από τη σχολική τάξη, σε ιδιαίτερες μεταξύ τους συζητήσεις. Η έρευνα έγινε σε 10 σχολεία της Αθήνας και πήραν μέρος συνολικά 120 μαθητές της τρίτης Γυμνασίου.
Θα αναφερθώ κατ’ αρχήν με συντομία στο θεωρητικό υπόβαθρο, στο οποίο βασίζεται η ανάλυση και η ερμηνεία των ευρημάτων της έρευνας, και αμέσως μετά θα αναφερθούν μερικά παραδείγματα και κάποια σύντομα συμπεράσματα. Πολλοί εκπαιδευτικοί αναγνωρίζουν ότι η σχολική αποτυχία είναι κυρίως γλωσσική αποτυχία και γι’ αυτό στρέφονται στη Γλωσσολογική επιστήμη για να εξερευνήσουν το πρόβλημα.
Η γλώσσα είναι ένα κοινωνικό και πολιτιστικό γεγονός και ο καθένας από μας έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, καθώς μαθαίνουμε να ζούμε, σαν μέλη μιας οικογένειας, μιας κοινότητας, μιας κοινωνίας.
Η γλώσσα που μιλάμε, όσοι ανήκουμε σε μια γλωσσική κοινότητα, δεν είναι ομοιογενής. Αυτό είναι φανερό και από την εμπειρική έρευνα. Ο καθένας από μας μπορεί να αναγνωρίσει ότι υπάρχουν διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα και διάλεκτοι.
Γενικά οι γλωσσικές διάλεκτοι ορίζονται από γεωγραφικά και κοινωνικά κριτήρια. Οι γεωγραφικές γλωσσικές διάλεκτοι οφείλονται στα γεωγραφικά εμπόδια που χωρίζουν τις περιοχές μεταξύ τους, καθώς και στη γεωγραφική απόσταση που χωρίζει τους ανθρώπους και δυσκολεύει τη δυνατότητα επικοινωνίας τους.